-->

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

ΓΙΑΝΝΟΣ



Στις φυλακές, κατά πάσα πιθανότητα στον Κορυδαλλό, θα οδηγηθεί τις επόμενες ώρες ο Γιάννος Παπαντωνίου και η σύζυγός του καθώς ο αρμόδιος εισαγγελέας θα αποφασίσει για το πού θα κρατηθούν
Μετά από μία εξαντλητική ανακριτική διαδικασία η οποία διήρκησε δύο ολόκληρες ημέρες και ολοκληρώθηκε στις 23:00 το βράδυ της Τρίτης, 23.10.2018, ο Γιάννος Παπαντωνίου και η σύζυγός του κρίθηκαν προφυλακιστέοι με σύμφωνη γνώμη των ανακριτών διαφθοράς, Ηλ.Ζαμανίκα και Γ.Ευαγγέλου και της εισαγγελέως πρωτοδικών, Αικατερίνης Τσιρώνη.
Βγαίνοντας χθες τα μεσάνυχτα με χειροπέδες καλυπτόμενες με σακάκι, ο πρώην υπουργός και η σύζυγός του, επιτέθηκε στην κυβέρνηση λέγοντας: «Η εργαλειοποίηση της ελληνικής δικαιοσύνης θέτει σε κίνδυνο την ίδια μας τη δημοκρατία. Το δόγμα Πολάκη εφαρμόζεται γενικά».
Υπενθυμίζεται ότι το ίδιο σκηνικό ζήσαμε και τον Απρίλιο του 2012, με τον Άκη Τσοχατζόπουλο, τον πρώτο υπουργό που είχε οδηγηθεί στη φυλακή για διακίνηση μαύρου χρήματος από εξοπλιστικά.
Ο κατηγορούμενος για νομιμοποίηση παράνομων αμοιβών που φθάνουν τα 2,8 εκατομμύρια ελβετικών φράγκων επανήλθε το πρωί της Τρίτης στο ανακριτικό γραφείο για να ολοκληρώσει την απολογία του, σχετικά με όσα του καταλογίζονται στο 800 σελίδων κατηγορητήριο που συντάχθηκε με κορμό τη σύμβαση του 2003 για την αναβάθμιση έξι φρεγατών του Πολεμικού Ναυτικού.
Πρόκειται για τη σύμβαση 010Β/03 που υπογράφηκε στις 6.2.2003 για τον εκσυγχρονισμό μέσης ζωής έξι φρεγατών τύπου «S» του Πολεμικού Ναυτικού με αντισυμβαλλόμενα μέρη την εταιρεία Ελληνικά Ναυπηγεία Α.Ε. -ως κύριου αναδόχου- και υποκατασκευαστή την εταιρεία THALES NEDER LAND B.V. και του υπουργείου Εθνική Άμυνας. Συγκεκριμένα, το κατηγορητήριο αναφέρει πως ο πρώην υπουργός έλαβε ως δώρο τα χρήματα για να δώσει την σύμβαση στην γαλλική εταιρεία THALES, καθώς και εκείνη που αφορούσε τα αντισταθμιστικά ωφελήματα που απέρρεαν από αυτήν.
Στο πλαίσιο της ανάκρισης έχουν εντοπιστεί επτά λογαριασμοί σε ελβετικές τράπεζες και δεκάδες υπολογαριασμοί, μέσω των οποίων διακινήθηκαν τα χρήματα, με σκοπό κατά τη Δικαιοσύνη να σβηστούν τα ίχνη τους. Μάλιστα, συνδικαιούχος σε κάποιους από αυτούς τους λογαριασμούς είναι και η Σταύρουλα Κουράκου, η οποία και γι" αυτό το λόγο βρέθηκε κατηγορούμενη.
Λίγο πριν από τις 7 το βράδυ χθες ολοκλήρωσε την απολογία της στον ανακριτή η σύζυγος του πρώην υπουργού Γιάννη Παπαντωνίου, Σταυρούλα Κουράκου. Η κ. Κουράκου έμεινε για περισσότερες από 4 ώρες στο γραφείο της ανακρίτρας κατά της διαφθοράς Ηλιάνας Ζαμανίκα και του επίκουρου συναδέλφου της Γιώργου Ευαγγέλου, για το κακούργημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Από το πρωί ο Γιάννος Παπαντωνίου συνέχιζε την απολογία που είχε διακοπεί τη Δευτέρα το βράδυ.
Δεκαπέντε χρόνια μετά την υπογραφή της επίμαχης σύμβασης, ο Γιάννος Παπαντωνίου κλήθηκε χθες να απαντήσει επί της ουσίας της υπόθεσης, καθώς οι παραδοχές της Ανάκρισης είναι ότι το 2003 υπουργός Εθνικής «Αμυνας διέπραξε απιστία -που έχει παραγραφεί – ζημιώνοντας με 400 εκατομμύρια ευρώ το Δημόσιο, με κίνητρο παράνομα ωφελήματα που έλαβε. Η ακολουθία της δικογραφίας αφορά αυτές τις παράνομες αμοιβές και τους τρόπους απόκρυψης και νομιμοποίησης των χρημάτων αυτών.
Η δικογραφία
Στη 16σελιδη δικογραφία που διαβιβάστηκε στη Βουλή, αναφέρεται πως «ο Ιωάννης Παπαντωνίου φέρεται να νομιμοποίησε παράνομα ωφελήματα που έλαβε από την κύρια υποκατασκευάστρια εταιρεία Thales Nederland B.V τουλάχιστον ύψους 2.835.197,05 ελβετικών φράγκων, το οποίο αποτέλεσε μέρος τουλάχιστον του συνολικού χρηματικού ποσού των 4.608.773,02 ελβετικών φράγκων, το οποίο διατηρούσε εντός του ελβετικού χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, αποκρύπτοντας όλο το ανωτέρω ποσό από οποιαδήποτε αρμόδια ελεγκτική αρχή στην Ελλάδα».
Σημειώνουν ακόμη, οι ανακριτές πως «από την ανακριτική μας έρευνα έχουμε διαπιστώσει και τη διακίνηση ξεχωριστού ποσού ύψους τουλάχιστον 2.242.299 ευρώ, το οποίο έχει εμβαστεί από την ίδια ως άνω γαλλική εταιρεία μέσω εξωχώριων εταιρειών με τελικούς αποδέκτες άγνωστα ακόμα κατά την ανάκριση πρόσωπα, με παρεμφερή, ωστόσο, τρόπο και μέθοδο, αντίστοιχο με αυτόν που διακινήθηκε και το ανωτέρω ποσό των 2.835.197,05 ελβετικών φράγκων».